meallamatia.blogspot.gr

meallamatia.blogspot.gr

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

ΟΤΑΝ Ο ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ ΔΙΣΤΑΖΕΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΕΙ ΒΟΗΘΕΙΑ



Όταν ο Φροντιστής διστάζει να ζητήσει βοήθεια

Πόσες φορές σκεφτήκατε: «Να είχα έστω και λίγη βοήθεια»; Αυτή είναι μία από τις πιο συνηθισμένες ευχές που ακούμε από άτομα που φροντίζουν ασθενείς με σπάνιες παθήσεις. Κι όμως, όσο περίεργο κι αν φανεί αυτό, εκείνοι είναι που τελικά δεν κάνουν κάτι για να τη βρούνε.

Αλλά γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσει κανείς βοήθεια; Τι θα μπορούσαν να κάνουν οι φροντιστές ασθενών με σπάνια νοσήματα, προκειμένου να υπερβούν ό,τι είναι αυτό που τους εμποδίζει από το να ζητήσουν τη στήριξη των γύρω τους;

Οι απαντήσεις έρχονται από δύο ειδικούς σε θέματα φροντίδας: τον Mark Yaffe, MD, αναπληρωτή καθηγητή Οικογενειακής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο McGill στο Μόντρεαλ και στο Ιατρικό Κέντρο St. Mary, και τον Barry Jacobs, Διδάκτωρ Ψυχολογίας (PsyD), Διευθυντή του Τμήματος για τις Συμπεριφορικές Επιστήμες στο Crozer-Keystone Family Practice Residency Program, στο Σπρίνγκφιλντ της Πενσυλβάνια.

«Ντρέπομαι να ζητήσω βοήθεια»

«Μπράβο! Είστε φυσιολογικοί» απαντάει ο Δρ Yaffe κάθε φορά που ακούει αυτήν τη δήλωση. «Έτσι νιώθουν οι περισσότεροι φροντιστές, κι αυτό είναι πέρα για πέρα φυσιολογικό. Είναι μέρος της πρόκλησης του να αναλαμβάνει κάποιος τη φροντίδα ενός αγαπημένου προσώπου.»

Έρευνες έχουν δείξει ότι μόλις το ένα τρίτο των φροντιστών δέχεται τη βοήθεια που του προσφέρεται. Γιατί, όμως;

«Οι άνθρωποι ντρέπονται να ζητήσουν βοήθεια ενώ φοβούνται ότι οι άλλοι θα τους κρίνουν αρνητικά εάν το κάνουν. Ότι δηλαδή παραμελούν τις ευθύνες τους» λέει ο Δρ Jacobs. «Συχνά ακούω την εξήγηση: “Η οικογένειά μας δεν ζητιανεύει” ή “Κανείς δεν θα τον φροντίσει όπως εγώ”. Πράγματι υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως παραδεχόμενοι ότι χρειάζονται βοήθεια σημαίνει πως έχασαν τη μάχη. Στην πραγματικότητα, όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Διότι, με το να μη τη ζητάνε ή να μην τη δέχονται, στην πραγματικότητα καταδικάζουν τον εαυτό τους σε μία σίγουρη αποτυχία.» Και προσθέτει: «Όσα χρόνια ασκώ το λειτούργημά μου, δεν ήταν λίγες οι φορές που διαπίστωσα ότι η απροθυμία ενός φροντιστή να αναζητήσει ή να δεχτεί βοήθεια είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το ότι δεν ήξερε πού να στραφεί και σε ποιον να απευθυνθεί για να τη βρει».

«Θα ήταν επίσης χρήσιμο να κατανοήσουμε πως δεν νιώθουν όλοι έτοιμοι την ίδια στιγμή να ζητήσουν βοήθεια.» Μάλιστα, ο Δρ Yaffe παρομοιάζει τη συγκεκριμένη κατάσταση με εκείνην που βιώνουν τα άτομα που θέλουν να χάσουν βάρος ή να σταματήσουν το κάπνισμα. Ο καθένας το παίρνει απόφαση σε διαφορετική στιγμή και για διαφορετικούς λόγους.

Επιπλέον δεν είναι λίγοι οι φροντιστές που ανησυχούν για το ποια θα είναι η αντίδραση του περιβάλλοντός τους όταν θα τολμήσουν να το κάνουν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Δρ Yaffe, οι οικογενειακές αξίες και προσδοκίες σε συνδυασμό με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και την κουλτούρα μπορούν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο ένας φροντιστής θα νιώσει άνετα να απευθυνθεί στους ανθρώπους γύρω του για να τον στηρίξουν. Ωστόσο, η αντίδραση των άλλων δεν θα έπρεπε να έχει σημασία, ιδίως μάλιστα όταν το πιο πιθανό είναι αυτά τα άτομα να μην έχουν βρεθεί στη θέση των φροντιστών.

«Θα έπρεπε να μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου»

Το πρόβλημα με αυτό τον τρόπο σκέψης, σύμφωνα με τον Δρ Yaffe, είναι ότι όσοι φροντίζουν ένα δικό τους πρόσωπο δεν αντιλαμβάνονται πως οι νέες συνθήκες και τα νέα δεδομένα σιγά-σιγά τους καταβάλλουν. «Οι φροντιστές μέσα σε μία οικογένεια φαίνεται πως δεν έχουν την ικανότητα να αντιληφθούν πόσα πράγματα συσσωρεύονται με τον καιρό. Γι' αυτό, καλό θα ήταν να κρατάνε κατά νου πως με το να αναλαμβάνουν τη φροντίδα ενός άλλου ατόμου υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσουν και οι ίδιοι αργότερα σοβαρά θέματα υγείας.»

Και ο Δρ Jacobs προσθέτει: «Βοηθά ιδιαίτερα το να κατανοεί κανείς από την αρχή πως πρόκειται να πραγματοποιήσει έναν εξαντλητικό μαραθώνιο και ότι θα πρέπει στην πορεία να ξεκουράζεται και να ανακτά τις δυνάμεις του. Διότι, μονάχα βοηθώντας κανείς τον εαυτό του, θα είναι σε θέση να συνεχίσει να βοηθάει και τον άλλον.»

«Το αγαπημένο μου πρόσωπο δεν πρόκειται να δεχτεί βοήθεια από κάποιον άλλον πέρα από μένα»

«Δεν είναι κακό να πείτε στο αγαπημένο σας πρόσωπο πως δεν μπορεί να καταλάβει αλλά και να κατευθύνει απόλυτα τη ζωή σας. Οι φροντιστές έχουν το δικαίωμα να λένε: “Εξαντλούμαι. Κι αν και σε αγαπάω, χρειάζομαι βοήθεια για να σε φροντίζω”. Άλλωστε, αυτό που μετράει είναι να εκφράζετε τα συναισθήματά σας και να δείχνετε την αγάπη, το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή σας» λέει ο Δρ Yaffe.

Επιπλέον υποστηρίζει ότι οι φροντιστές θα πρέπει να συζητούν ειλικρινά και ανοιχτά με τον άνθρωπο που φροντίζουν σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να βελτιώνουν τις συνθήκες και να κάνουν τα πράγματα ακόμα καλύτερα για όλους. Γι' αυτό και σκοπός είναι να βρεθεί μία λύση από κοινού.

Ο Δρ Jacobs πάει, μάλιστα, το συλλογισμό λίγο πιο πέρα: «Όσοι δέχονται τη φροντίδα θα πρέπει να ξέρουν πως μπορούν κι εκείνοι με τη σειρά τους να βοηθήσουν τους φροντιστές τους όντας πιο προσαρμοστικοί σχετικά με το ποιος άλλος θα μπορούσε να τους φροντίζει. Θα πρέπει να καταλάβουν ότι μερικές φορές το να προσφέρει κανείς αγάπη και φροντίδα σημαίνει να έχει το θάρρος να φέρει και κάποιο άλλο πρόσωπο στο σπίτι για να συμβάλει σε αυτήν τη δύσκολη διαδικασία».
  
«Κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει το αγαπημένο μου πρόσωπο όπως εγώ»

Ο Δρ Yaffe παρατηρεί ότι για κάποια άτομα είναι πολύ πιο δύσκολο από ό,τι για κάποια άλλα να αφήσουν τον έλεγχο της κατάστασης σε ένα άλλο πρόσωπο. «Η ιδέα ότι κάποιος άλλος μπορεί να πάρει τη θέση τους τούς κάνει να μη νιώθουν σημαντικοί». Όμως, εάν δεχτούν βοήθεια, ίσως έτσι καταφέρουν να αλλάξουν κάποια πράγματα που αφορούν και τη δική τους ζωής.

Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να κατανοούμε όλοι μας ότι υπάρχουν όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε. Συνεπώς, εάν κάποιος τολμήσει να δεχτεί βοήθεια, ίσως έτσι να αρχίσει να περνάει περισσότερο ποιοτικό χρόνο με το αγαπημένο του πρόσωπο.

«Δεν έχω από ποιον να ζητήσω βοήθεια»

Θα ήταν χρήσιμο οι φροντιστές να έχουν στο μυαλό τους μία ευρεία λίστα ατόμων που θα μπορούσαν να τους στηρίξουν, ξεκινώντας με πρόσωπα από την οικογένειά τους, φίλους καθώς και γείτονες. Αυτά τα άτομα είναι το πιο πιθανόν να βοηθήσουν με τις καθημερινές εργασίες, όπως, για παράδειγμα, να κάνουν τα ψώνια, να μαγειρέψουν ή να πάνε τα παιδιά όπου χρειάζεται.

Επίσης, θα μπορούσε κανείς να απευθυνθεί σε άλλους φροντιστές, οι οποίοι πιθανότατα να είναι πρόθυμοι να προσφέρουν τη δική τους βοήθεια. Έτσι, μέσα από φόρουμ και διαδικτυακές κοινότητες υπάρχει η δυνατότητα να βρεθούν άλλα πρόσωπα.

Άλλωστε, κανείς δεν ξέρει πότε μπορεί να συναντήσει ένα άτομο έτοιμο να τον στηρίξει τόσο πολύ σε αυτή την ιδιαίτερη περίοδο, σε σημείο που να γίνει μέχρι κι ένα καινούργιο μέλος της οικογένειάς του.

Γι' αυτό, δεν θα πρέπει να διστάζουμε να ζητάμε αλλά και να προσφέρουμε βοήθεια. Διότι έτσι, όχι μόνο η στήριξή μας προς το πρόσωπο που αγαπάμε θα είναι πολύ πιο ουσιαστική και αποτελεσματική, αλλά και η σχέση που θα έχουμε μαζί του καθώς και η ζωή μας πιο ποιοτικές. 
Μετάφραση / Επιμέλεια: Ελίνα Μιαούλη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου