meallamatia.blogspot.gr

meallamatia.blogspot.gr

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

ΑΣΤΕΓΟΙ - ΔΥΣΧΕΡΕΙΕΣ ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ & ΠΡΟΝΟΙΑΣ


ΕΓΓΕΝΕΙΣ ΔΥΣΧΕΡΕΙΕΣ ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ  ΥΓΕΙΑΣ – ΠΡΟΝΟΙΑΣ.

 

Ανδρέας Απ. Σόλιας1 , Dr Νίκος Ε. Δέγλερης2

1. Kοινωνικός λειτουργός Περ. Τμήματος Πειραιώς Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού

2. Ψυχίατρος Υπηρεσία Κοινωνικής Ψυχιατρικής Πειραιά.

 
Η εκτός στέγης διαβίωση, ως κατάσταση παροδική ή μόνιμη αποτελεί πολυσύνθετο πρόβλημα και δεν είναι ευδιάκριτο αν πρόκειται για αιτία, αποτέλεσμα ή ανατροφοδότηση της ατομικής και κοινωνικής παθολογίας.

 
Εγείρονται εμπόδια στην πρόσβαση υπηρεσιών από τα άτομα που έχουν ανάγκη βοήθειας και αφορούν την μη έγκαιρη επίλυση του προβλήματος το διάστημα που η προοπτική  απώλειας της στέγης διαφαινόταν απειλητική. Η αναποτελεσματικότητα στις εκκλήσεις  και την αναζήτηση βοήθειας για να εμποδιστεί η έξωση, στη συνέχεια, η ζωή στο δρόμο ενισχύει την  παθητικότητα, την  έλλειψη ενδιαφέροντος και ελπίδας (επένδυσης για μακροπρόθεσμες λύσεις) σε συνδυασμό με την επιτακτική παρουσία αναγκών διαβίωσης που ζητούν άμεση εκπλήρωση, ενώ αποφεύγεται η εμπλοκή σε διαδικασία βοήθειας όταν το αποτέλεσμα είναι αμφίβολο.


Από την αρχή λειτουργίας του  περιφερειακού τμήματος Πειραιά του ΕΕΣ, μεγάλος αριθμός περιστατικών που απευθύνονταν στην κοινωνική υπηρεσία, είχαν άμεσο ή έμμεσο αίτημα την υποστήριξη με απώτερο σκοπό την εμπόδιση έξωσης (ποσοστό 29,4%) και από αυτούς ποσοστό 70,6% ζούσαν κάτω από κακές συνθήκες διαβίωσης. Το αίτημα αυτό διατυπωνόταν είτε με την μορφή οικονομικής ενίσχυσης, είτε ενίσχυσης σε είδος (δέματα τροφίμων) με σκοπό την υποστήριξη του οικογενειακού προϋπολογισμού ώστε να ανταπεξέλθουν στην υποχρέωση καταβολής του ενοικίου. Πολλοί είχαν συσσωρευμένες οφειλές ενοικίων προς τους ιδιοκτήτες.  Μεγάλος αριθμός εξώσεων δεν πραγματοποιήθηκε είτε λόγω ‘κατανόησης’ του ιδιοκτήτη για την κατάσταση ένδειας του οφειλέτη (συνήθως για πολυμελείς ή μονογονεϊκές οικογένειες), είτε λόγω  αποφυγής της εμπλοκής με τις χρονοβόρες και πολυδάπανες διαδικασίες εκδίκασης της έξωσης είτε τέλος το μόνο που συντηρούσε στεγασμένο το άτομο ή την οικογένεια ήταν η δυσκίνητη διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης (μέχρι το 1999    απαιτούνταν 8-9 μήνες) και κατά μέσον όρο ένας ακόμα μήνας για να  καθαρογραφεί η απόφαση ώστε να είναι εκτελεστή.


Παρόλο που οι περισσότερες από αυτές τις οικογένειες διέμεναν υπό συνθήκες μη επαρκούς στέγασης ( παλαιά σπίτια σε κακή έως άθλια κατάσταση χωρίς θέρμανση και πολλές φορές χωρίς παροχή ρεύματος που είχε διακοπεί λόγω οφειλής προς την εταιρεία ηλεκτρισμού) οι υπό έξωση κατέβαλλαν αγωνιώδεις προσπάθειες για την παραμονή τους σε αυτά κυρίως λόγω του χαμηλού ενοικίου που πλήρωναν. Υπεισέρχονταν όμως και παράγοντες όπως δεσμοί με την γειτονιά η οποία λειτουργούσε υποστηρικτικά, η σταθερότητα που προσφέρει η μακρόχρονη διαβίωση σ’ ένα χώρο, όσο ανεπαρκής κι αν είναι αυτός, η αποφυγή του τραυματικού αισθήματος της έξωσης .


Η έλλειψη στέγης συνιστά έναν ισχυρό αποσταθεροποιητικό παράγοντα και αποτελεί, σχεδόν πάντα, επιστέγασμα σειράς προβλημάτων που σχετίζονται με την απώλεια εργασίας, προβλήματα υγείας (σωματικής ή ψυχικής), απώλεια οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών κ.α. Το άτομο υφίσταται το τραυματικό βίωμα της έξωσης που πέρα από την αβεβαιότητα του ‘πού θα πάω’ χάνει προσωπικά του αντικείμενα ( έπιπλα, ρούχα) που συνήθως αποτελούν και την μοναδική του περιουσία που συνήθως ‘μένουν’ στον ιδιοκτήτη ως αντίκρισμα των οφειλών του.


Οι άστεγοι που προσήλθαν στην κοινωνική υπηρεσία του Ε.Ε.Σ. για να εξυπηρετηθούν ήταν το 27,44% στο σύνολο των περιστατικών ( 257 άτομα). Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται άστεγοι που εξυπηρετήθηκαν άμεσα κατά την διάρκεια της ‘δουλειάς στον δρόμο’ (street work), ούτε εμφανίζεται η συχνότητα προσέλευσής τους στην κοινωνική υπηρεσία.


Οι πίνακες με τα ποσοστά που παρατίθενται στην συνέχεια  εξάγονται από 107 ερωτηματολόγια (Φεβρουάριος 1999 – Φεβρουάριος 2002) τα οποία συμπληρώνουν άστεγοι που προσέρχονται στα γραφεία του ΕΕΣ για να λάβουν βοήθεια. Η συμπλήρωσή τους γινόταν μόνο από όσους το επιθυμούσαν και σκοπός μας ήταν να καταγράψουμε τις ανάγκες των αστέγων που ζουν στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Λαμβάνονταν υπ’ όψιν οι ιδιαίτερες ανάγκες τους που σχετίζονται με το αίσθημα ασφάλειας που τους παρείχε ο χώρος του Ερυθρού Σταυρού και η σχέση τους με τον κοινωνικό λειτουργό με συνέπεια σε πολλές περιπτώσεις να μην χορηγείται το ερωτηματολόγιο για συμπλήρωση ή να δίνεται μετά από αρκετές συναντήσεις. Σ’ αυτό οφείλεται η μεγάλη διαφορά στον αριθμό των προσερχομένων στην υπηρεσία αστέγων με τον αριθμό των συμπληρωμένων ερωτηματολογίων και όχι τόσο πολύ στην άμεση άρνηση συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου.


Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν Έλληνες (85%). Παρ’ ότι ήταν αναμενόμενο πολύ μεγαλύτερο ποσοστό αλλοδαπών αστέγων –αναλογιζόμενοι ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας αλλά και τον μεγάλο πανελλαδικά αριθμό οικονομικών μεταναστών και αιτούντων άσυλο- μόνο το 15% των αστέγων που ζήτησαν βοήθεια από τον ΕΕΣ ήταν άστεγοι. Αυτό μπορεί να αποδοθεί κυρίως στο ότι στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά οι αλλοδαποί κυρίως ζουν υπό συνθήκες μη επαρκούς στέγασης παρά ως άστεγοι αφού μπορούν να βρουν περιστασιακή εργασία που τους επιτρέπει να έχουν ένα μικρό εισόδημα. Επίσης καταφεύγουν στην ομαδική ενοικίαση διαμερισμάτων μειώνοντας τη συμμετοχή στο κόστος. Τέλος η χαμηλή προσέλευση οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι οικονομικοί μετανάστες, πρόσφυγες συχνά νοιώθουν αποκλεισμένοι και δυσκολεύονται πολύ να προσεγγίσουν πηγές βοήθειας.


 
Κατανομή κατά φύλο  Οι άνδρες που προσέγγισαν την υπηρεσία ήταν – όπως είναι αναμενόμενο – η πλειοψηφία, καθώς πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στο να συντηρούνται οι γυναίκες υπό στέγη  όπως η ύπαρξη παιδιού-ων, η πιθανή αλλαγή συντρόφου όταν προκύψει κίνδυνος, η καταφυγή στην γονική οικογένεια κλπ. Εξάλλου η έλλειψη στέγης -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων-δεν είναι ξαφνικό γεγονός αλλά αποτελεί διαδικασία   μακροχρόνια που πέρα από την απώλεια οικονομικών πόρων σημαίνει και την απώλεια κοινωνικών – οικογενειακών δεσμών, την σωματική ή ψυχική αρρώστια, την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών ή αλκοόλ κλπ. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι οι περισσότερες γυναίκες που ζουν εκτός στέγης αντιμετωπίζουν πολλαπλά και δυσεπίλυτα προβλήματα αλλά και η προσέγγισή τους είναι αρκετά δύσκολη κυρίως από άνδρες βοηθούς.


Σχετικά με την οικογενειακή τους κατάσταση  πέρα από τον μεγάλο αριθμό αγάμων –κυρίως των μικρότερων σε ηλικία- πρέπει να επισημάνουμε το αυξημένο ποσοστό αστέγων οι οποίοι είχαν παιδιά με τα οποία δεν έρχονταν σε επαφή κυρίως λόγω της κακής τους οικονομικής αλλά και γενικότερης κατάστασης και συχνά εξέφραζαν συναισθήματα ντροπής,  πόνου ή και θυμού για τα παιδιά και τους συντρόφους τους.


Κατανομή κατά ηλικία: Στην ηλικιακή ομάδα των 40-50 ετών βλέπουμε την μεγαλύτερη συγκέντρωση η οποία μπορεί να εκφράζει το αποτέλεσμα της απώλειας εργασίας (επόμενος πίνακας) σε παραγωγική μεν αλλά προχωρημένη ηλικία κυρίως για ανειδίκευτους εργάτες, λόγω του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και της προηγούμενης επαγγελματικής τους ιδιότητας, πράγμα που καθιστά αυτήν την ηλικιακή ομάδα ιδιαίτερα ευάλωτη αν συνδυάσουμε και άλλες παραμέτρους όπως οικογενειακή κατάσταση, φύλο κλπ . 


Το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς απέδιδε την έλλειψη στέγης  κυρίως στην απώλεια εργασίας, ενώ προσωπικοί και οικογενειακοί λόγοι, χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και λόγοι υγείας ψυχικής και σωματικής ιεραρχούνται από τον ίδιο τον άστεγο ως την αιτία της κατάστασής του χωρίς να γίνεται παρέμβαση από τον συνενετευκτή. Το ζητούμενο είναι ακριβώς τι ο ίδιος αξιολογεί (ή προβάλλει)σαν τον κύριο λόγο έλλειψης στέγης.


Χρονικό διάστημα έλλειψης στέγης: όπου  παρατηρούμε ότι οι πρόσφατα άστεγοι προσεγγίζουν πιο εύκολα την υπηρεσία αλλά ευκαιριακά ενώ οι μακροχρόνια άστεγοι παρόλο που εμφανίζεται να έχουν χαμηλή προσέλευση έχουν μεγαλύτερη συχνότητα  επαφής με τον φορέα κυρίως για την εξασφάλιση υλικών παροχών, και δυσκολότερα κινητοποιούνται για εξεύρεση πιο μόνιμων λύσεων.


Μπορούμε να περιγράψουμε τρεις φάσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν τη ζωή στο δρόμο.


- Πρόσφατη απώλεια στέγης, αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο στάδιο όπου το άτομο χρειάζεται χρόνο για να ανακάμψει απ’ το σοκ της έξωσης. Βιώνει για πρώτη φορά όχι μόνο της έκθεσή του σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες, την απώλεια των προσωπικών του αντικειμένων από κλοπές, γιατί δεν μπορεί πουθενά να τα ασφαλίσει, την δυσκολία εξεύρεσης καταλύματος για ύπνο, αλλά κυρίως βιώνει την ανυπαρξία προσωπικής ζωής αφού υπόκειται ανά πάσα στιγμή στην αδιάκριτη παρατήρηση που παραβιάζει την ίδια του την προσωπικότητα και λειτουργεί ισοπεδωτικά. Η ανάκαμψη αποτελεί δύσκολη υπόθεση, αν μπορούμε να μιλάμε για ανάκαμψη όσον καιρό το άτομο βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάσταση ή για την ανάπτυξη προστατευτικών αμυνών.


Επιλεκτικά διατηρεί επαφές με οργανώσεις παροχής βοήθειας για την κάλυψη αναγκών διαβίωσης (χρήματα, ιματισμός, τροφή, προσωρινή στέγη, εργασία) ή συναισθηματικές ανάγκες αποδοχής και σύνδεσης με την προηγούμενη ‘ασφαλή’ ζωή του. Στο ακόλουθο διάγραμμα φαίνεται πού κυρίως απευθύνονται άστεγοι οι οποίοι ζουν και κινούνται στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, όπου προσφέρονται σίτιση, ιματισμός αλλά και οικονομική βοήθεια  (κυρίως ποσά μέχρι  15 euro), φάρμακα, καφές, τσιγάρα. Δεν μπορεί να διευκρινιστεί αν περιλαμβάνονται και χρήματα ή είδη που εξασφαλίζονται από επαιτεία ή χορηγούνται απλώς από γνωστούς.  


- Περίοδος σταδιακής απώλειας ενδιαφέροντος, αποδοχή της κατάστασής του ως άστεγος, ένταση των συνοδών κοινωνικών προβλημάτων και όξυνση της ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς.

Το άτομο, αυτό το διάστημα εστιάζεται στην προσπάθεια προσαρμογής του στον νέο τρόπο ζωής. Στην αναζήτηση καταλύματος. Την εξεύρεση πόρων σίτισης, ιματισμού, χώρου για ατομική καθαριότητα. Την απόκτηση σχέσεων με άλλους αστέγους για την ενίσχυση του αισθήματος ότι ανήκει σε μια ομάδα. Την ανάπτυξη μηχανισμών άμυνας για τον διωγμό που συχνά υφίσταται και την προσαρμογή στην ζωή στο περιθώριο. Την αντιμετώπιση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων λόγω της μοναξιάς και των αποδιοργανωμένων πλέον οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων. Βιώνει αμφιθυμικά  συναισθήματα που προκαλεί η προσπάθεια ένταξης  σ’ αυτήν την ομάδα αλλά η ταυτόχρονη  προσπάθεια διαχωρισμού του από τους άλλους αστέγους. Η διαφοροποίησή του από τον υπόλοιπο κοινωνικό ιστό, τους κανόνες και τα μέλη του οποίου θεωρεί υπαίτιους (στην καλύτερη περίπτωση συνυπαίτιους) για την τωρινή κατάστασή του. Η σταδιακή παραίτησή του από την άσκηση κάθε δικαιώματος για εξεύρεση εργασίας μέσω του επίσημου δικτύου, για την αποκατάστασή του σε ξενώνα προσωρινής φιλοξενίας, την επιδότησή του από την Πρόνοια και την έκδοση βιβλιαρίου απορίας. Σ’ όλα αυτά έχει να αντιμετωπίσει ένα δύσκαμπτο και μη προσαρμοσμένο στις σημερινές ανάγκες γραφειοκρατικό σύστημα. Για παράδειγμα η δυνατότητα (αριθμός κλινών) προσωρινής φιλοξενίας αστέγων σε ξενώνες είναι σχεδόν η ίδια με αυτή των αρχών της δεκαετίας του 1990, ενώ ο αριθμός των αστέγων έχει πολλαπλασιασθεί. Ακόμα για να λάβει κανείς  επίδομα από την Πρόνοια πρέπει να δηλώσει  διεύθυνση μόνιμης κατοικίας και δεν δικαιούται να εισπράξει το βοήθημα ’έναντι’ ώστε να καταστεί δυνατόν να αποκτήσει μόνιμη διεύθυνση. Είναι μεγάλο το ποσοστό όσων επιθυμούσαν να ζήσουν σε οργανωμένο χώρο αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό σε πολλές περιπτώσεις είτε λόγω έλλειψης κλινών στους ξενώνες, είτε λόγω ύπαρξης ψυχιατρικής διαταραχής ή χρήσης ναρκωτικών ή αλκοόλ κλπ.


Στο επόμενο διάγραμμα φαίνεται η ασφαλιστική κάλυψη όπου το 73% ήταν ανασφάλιστοι και είχαν μάλιστα χαμηλό κίνητρο για να προσεγγίσουν υπηρεσίες για την έκδοση βιβλιαρίου ασθενείας. Το 15% έχουν βιβλιάριο απορίας   το 8% είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και το 4% σε άλλο ασφαλιστικό φορέα. Νοσηλεία και φάρμακα για τους ανασφάλιστους καλύπτονταν από τα νοσοκομεία και Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς (Μ.Κ.Ο.) και η αγορά φαρμάκων γινόταν από επαιτεία ή με χρήματα που χορηγούσε κυρίως η εκκλησία .  


Παρόλο που αυτό το διάστημα γίνονται απεγνωσμένες προσπάθειες από μέρους του για επίλυση του προβλήματος είναι τις περισσότερες φορές αποσπασματικές και μικρής διάρκειας. Τα αποτελέσματά τους πέραν των αντικειμενικών δυσκολιών (έλλειψη κονδυλίων, ελλιπής στελέχωση από προσωπικό, ανυπαρξία δικτύου κλπ), αφορά τις υποκειμενικές δυσκολίες με σκοπό να ξεπεράσει το άτομο την παθητικότητα και την εσωστρεφή αντιμετώπιση του προβλήματος να  αναπτύξει  την ικανότητα να ζητά, να διεκδικεί λύσεις και να αντέχει στις απογοητεύσεις.

 
- Περίοδος πλήρους παθητικότητας, εστίαση όλων των προσπαθειών του στις καθημερινές βιοτικές ανάγκες οι οποίες είναι επιτακτικές.

 
Έχοντας πλέον κάνει τρόπο ζωής την ζωή στον δρόμο, προσαρμοσμένος στους κανόνες και τις ισορροπίες που επιτάσσει, έχοντας εξασφαλίσει το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης και παραμερίζοντας κάθε δεσμό του με τους ‘υπό στέγη’ περιορίζει το μέλλον του στις 24ώρες της ημέρας οι οποίες απαιτούν όλη του την ενεργητικότητα αλλά και την παθητικότητα  για την  αναζήτηση φαγητού, καταλύματος, χώρου να πλυθεί και να πλύνει τα ρούχα του και να εξοικονομήσει λίγα χρήματα για τα προσωπικά του έξοδα.


Η παράβλεψη ή παράκαμψη του αιτήματος του εξυπηρετουμένου αν δεν αποτελεί παράγοντα αποτυχίας, σίγουρα μετριάζει κατά πολύ το  επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το άμεσα διατυπωμένο αίτημα για οικονομική ενίσχυση ή άλλων -υλικών κυρίως- παροχών εμπεριέχει το αίτημα, ακόμα και όταν  δεν διατυπώνεται, για υποστήριξη, ανάπτυξη σχέσης, κινητοποίηση με σκοπό την βελτίωση του τρόπου ζωής και αποφυγή  της μελλοντικής εμπλοκής σ’ αυτούς τους κινδύνους. Η ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων είναι το ίδιο σημαντική με την απόκτηση στέγης.


Η  ιεράρχηση την οποία έκαναν οι ίδιοι οι άστεγοι για το είδος της βοήθειας που επιθυμούσαν για ανακούφιση του προβλήματός τους καταδεικνύει την ανάγκη τους να ξεπεράσουν με τις δικές τους δυνάμεις το ή τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αλλά και την ανάγκη ύπαρξης υποστηρικτικών δομών σε διάφορα επίπεδα ανάλογα με τις ανάγκες.


Η κατάσταση ένδειας σταδιακά οδηγεί σε παραίτηση άσκησης κάθε δικαιώματος για βοήθεια. Είτε αυτή μετατρέπεται σε επιθετική στάση (κυρίως λεκτικά) ή στην αντίθετη παθητική – απαξιωτική ότι κανένας δεν θέλει ή δεν είναι σε θέση να βοηθήσει ή στην παθητικά επιθετική στάση όπου αφήνεται στην σταδιακή εξαθλίωσή του προσδοκώντας να κινητοποιηθεί  και να σπεύσει  το περιβάλλον να του παρέχει βοήθεια. Το κοινό σημείο είναι η απουσία διατύπωσης του αιτήματος βοήθειας το οποίο όμως αφήνεται να πλανιέται διάχυτο.


Ο ίδιος ο άστεγος συνήθως αυτό-αποκλείεται από πηγές βοήθειας ενώ περιθωριοποιείται από τον κοινωνικό ιστό.



Από την άλλη πλευρά υπάρχουν εμπόδια στην πρόσβαση της ομάδας στόχου .

Η πολιτική ‘αναμονής του πελάτη’ από τις υπηρεσίες πρόνοιας κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως από τις υπηρεσίες υγείας έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική. Οι ίδιοι οι φορείς αυτο-αποκλείονται από την προσφορά βοήθειας στην συγκεκριμένη ομάδα κοινωνικού  αποκλεισμού. Η δημιουργία σχέσης με τον χρήστη των υπηρεσιών υποστηρίζει και κινητοποιεί.


Η προσπάθεια προσέγγισης των αστέγων εκτός δομής από τον ΕΕΣ Πειραιά, ξεκίνησε μετά την υλοποίηση προγράμματος σίτισης που πραγματοποιήθηκε τα Χριστούγεννα του 1996.
 

Τυχαία συμβάντα βοήθησαν να σχηματοποιηθεί ο τρόπος προσέγγισης και η εμπλοκή άλλων προσώπων πέρα από τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας ή πρώην χρήστες των υπηρεσιών που τώρα βρίσκονται στη θέση του βοηθού (street work με πρώην χρήστες ναρκωτικών είτε σε κάποια φάση της θεραπείας τους είτε ως προσωπικό θεραπευτικών προγραμμάτων).


Το πρόγραμμα σίτισης (προσφορά φαγητού σε μεγάλους αριθμούς αστέγων ή απόρων) είναι μια από τις μορφές ‘δουλειάς στο δρόμο’ (street work), καθώς εγκαταλείπεται η έδρα της υπηρεσίας και λείπει η ασφάλεια που προσφέρει ο χώρος, η αριθμητική ισορροπία ανάμεσα στους βοηθούς και τους εξυπηρετούμενους ανατρέπεται, δεν απαιτείται μεγάλου βαθμού ψυχολογική έκθεση του εξυπηρετούμενου κλπ.


Η συμμετοχή εθελοντών Κοινωνικής Πρόνοιας στα προγράμματα σίτισης αποτελούσε πάντα σημαντικό μέρος της διαδικασίας. Ένα τυχαίο γεγονός  κατέδειξε  τον καταλυτικό ρόλο του εθελοντικού δυναμικού στην συγκεκριμένη δραστηριότητα προσέγγισης.


Είχε συγκεντρωθεί στον χώρο σίτισης μεγάλος αριθμός ατόμων περιμένοντας να αρχίσει η διανομή φαγητού την ημέρα των Χριστουγέννων. Το φαγητό καθυστερούσε και οι άνθρωποι άρχισαν να δυσανασχετούν. (Στον ίδιο χώρο όπου κάποιος παρελάμβανε το φαγητό σε πακέτο, υπήρχε διαμορφωμένη τραπεζαρία όπου όσοι επιθυμούσαν μπορούσαν να φάνε. Ήταν όμως ελάχιστοι όσοι επέλεγαν να φάνε εκεί το φαγητό τους. Οι περισσότεροι προτιμούσαν να τρώνε έξω  ακριβώς από το χώρο σίτισης σε μια πλατεία εκτεθειμένοι στο κρύο). Οι εθελοντές κάλεσαν όσους ήθελαν, από αυτούς που περίμεναν να πάρουν φαγητό, στο χώρο που ήταν τα στρωμένα τραπέζια και αφού μοιράσθηκαν σε ομάδες, κάθισαν μαζί με τους εξυπηρετούμενους. Οι περισσότεροι έδειξαν ότι είχαν περισσότερη ανάγκη την επαφή από το ίδιο το φαγητό.


Η αθρόα προσέλευση αστέγων σε ανάλογες  δραστηριότητες αλλά κυρίως η ανατροφοδότηση  της κατακόρυφης αύξησης της προσέλευσής τους στην κοινωνική υπηρεσία με ποικίλα αιτήματα βοήθειας, έδωσε το έναυσμα για μια προσπάθεια προσέγγισης στον δικό τους χώρο με τη συστηματοποίηση της εμπλοκής των εθελοντών του ΕΕΣ  που πέρα από το ρόλο σύνδεσης του επαγγελματία με τον εξυπηρετούμενο αποτελούν συνδετικό κρίκο με το κοινωνικό σύνολο, του οποίου αποτελούν υγιές κομμάτι, ως μη παθητικοί θεατές των προβλημάτων,  δίνουν τη δυνατότητα στον κοινωνικά αποκλεισμένο να αισθάνεται ότι απ’ τη μια πλευρά ότι παίρνει βοήθεια από τον επαγγελματία, αλλά ταυτόχρονα γεφυρώνει ως ένα σημείο την επαφή του με τον υπόλοιπο κοινωνικό ιστό τον οποίο εκπροσωπεί (ο μη αμειβόμενος, μη υποχρεωμένος να παραβρίσκεται, χωρίς συναισθήματα οίκτου, διακριτικός)  εθελοντής.


Γίνεται εδώ προσπάθεια σχηματικής απεικόνισης της αλληλεπίδρασης των συμμετεχόντων στη δουλειά στο δρόμο ανάλογα με το βαθμό εμπλοκής στη δυναμική της διαδικασίας.


Σκοπός μας με την δουλειά στον δρόμο δεν είναι η επίλυση προβλημάτων αλλά η προσπάθεια άμβλυνσης των αναστολών ανθρώπων που βιώνουν τον αποκλεισμό και πολλές φορές αυτο-αποκλείονται από πηγές βοήθειας. Στον ίδιο χώρο που κινείται ο άστεγος με όλα του τα προβλήματα, κινούνται και άνθρωποι που είναι φορείς λύσεων των προβλημάτων.

 
Αυτός ο τρόπος προσέγγισης διέπεται από σύμπλεγμα κανόνων που επιβάλλει η ίδια η οργάνωση, η δεοντολογία του επαγγελματία και του εθελοντή, οι ιδιαιτερότητες της ομάδας στόχου. Οι νόμοι του δρόμου παρόλο που –εγκεφαλικά- συνιστούν απειλή είναι αυτοί που προστατεύουν τον street worker, αρκεί ο ίδιος να μην παραβεί το δικό του ρόλο και όρια.

-          Στο δρόμο δεν υπάρχει η ασφάλεια που προσφέρει η υπηρεσία

-          Απουσιάζει το αίτημα για βοήθεια και πρέπει να δοθεί μια ελάχιστη πλατφόρμα για την διατύπωσή του.

-          Γνωστοποιείται η δυνατότητα πρόσβασης στην υπηρεσία.

-          Γίνεται επαφή χωρίς σημαντική ψυχολογική έκθεση του εξυπηρετούμενου.

-          Αποφεύγουμε να τον εκθέσουμε στην ταλαιπωρία της προσωπικής εξομολόγησης (ή ανάκρισης) η οποία επαναλαμβάνεται σχεδόν καθημερινά σε ανύποπτο για τους περισσότερους χρόνο, από τους υπόλοιπους μη άστεγους, με αδιάκριτες ερωτήσεις και παρατήρηση.

-          Χρησιμοποιείται ‘ενισχυτής’ όπως υλική παροχή με πρακτικά ωφέλιμο περιεχόμενο που ανακουφίζει έστω και λίγο τον άστεγο και δίνει την δυνατότητα για πρώτη επαφή.

-          Παράλληλα με την προσέγγιση των αστέγων γίνεται και ενημέρωση, όσων πολιτών το ζητούν, για την δραστηριότητα. Σκοπός η ευαισθητοποίηση της κοινότητας.


Η αύξηση του αριθμού των προσερχόμενων αστέγων μετά το street work στην κοινωνική υπηρεσία δεν αφορούσε μόνο τους ανθρώπους που συναντούσαμε στον δρόμο. Επίσης κατά την επαφή τους με το προσωπικό της οργάνωσης εμφανίζουν λιγότερη επιθετικότητα (ήπια διεκδίκηση) και είναι πιο δεκτικοί.


Από τη στιγμή που ο εξυπηρετούμενος προσεγγίζει την οργάνωση, ο street worker γίνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον άστεγο, την οργάνωση που εκπροσωπεί και τις άλλες υπηρεσίες. Υπάρχει γενικά αδυναμία προσφοράς ουσιαστικής βοήθειας από κυβερνητικούς και μη οργανισμούς κοινωνικής πρόνοιας.


Ο δυσανάλογα μικρός αριθμός επαγγελματιών οι οποίοι τάσσονται να συνδράμουν μεγάλο αριθμό εξυπηρετουμένων, δεν δίνει μεγάλα περιθώρια  συστηματικής εργασίας για την ενδυνάμωση του ατόμου, την μεταστροφή της παθητικότητας σε ενεργό συμμετοχή για τη λύση του προβλήματος. Η έλλειψη ή -στην καλλίτερη περίπτωση- η ανεπάρκεια των υποστηρικτικών δομών καθιστά επισφαλή την  αποτελεσματικότητα στην προσπάθεια παροχής βοήθειας, προκαλώντας ταλαιπωρία λόγω άσκοπων παραπομπών στο δαιδαλώδες κοινωνικοπρονοιακό σύστημα.


Η ανάπτυξη δικτύου υπηρεσιών με την  συνεργασία Κυβερνητικών και Μη Κυβερνητικών Οργανισμών και η εκμετάλλευση της εμπειρίας με την υλοποίηση προτάσεων όπως αυτές που ακολουθούν μπορεί να φέρει αποτελέσματα σ’ ένα –ευτυχώς- αρχόμενο για την χώρα μας αλλά συνεχώς διογκούμενο κοινωνικό πρόβλημα.

-          Η επέκταση του θεσμού καθημερινής προσφοράς φαγητού

-          Η δημιουργία λουτρών και πλυντηρίων για να εξασφαλιστεί η ατομική καθαριότητα

-          Η δημιουργία καταλυμάτων μερικής φιλοξενίας (μόνο για τις βραδινές ώρες)

-          Η αύξηση του αριθμού κλινών σε ξενώνες φιλοξενίας

-          Διαμερίσματα ημιαυτόνομης διαβίωσης

-          Δίκτυο πληροφόρησης και εξεύρεσης εργασίας.

-          Εξασφάλιση ικανοποιητικού επιπέδου ασφάλισης και περίθαλψης

-          Ευέλικτες δομές παροχής ψυχιατρικής βοήθειας που να λειτουργούν σε συνεργασία με οργανώσεις που ήδη δουλεύουν στο δρόμο (street work) με άστεγους για καλύτερη προσέγγιση του χρήστη της  υπηρεσίας αντί να περιμένουν αυτός να απευθυνθεί στα εξωτερικά ιατρεία νοσοκομείου συνήθως σε οξεία φάση.

-          Επιδοματική πολιτική προσαρμοσμένη στις ανάγκες.

-          Παρέμβαση στην αγορά ενοικίων.

-          Τολμηρές αποφάσεις στον τομέα της πολιτικής στέγασης. Περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης έχουν πολλά να προσφέρουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος των αστέγων. Έχουν εκπονηθεί προγράμματα άμεσης αποκατάστασης άστεγου πληθυσμού και μάλιστα υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης τόσο αριθμού ατόμων προς αποκατάσταση όσο και χρόνου, αρκεί να υπάρχει η βούληση για ουσιαστική παρέμβαση.


Οι ανάγκες των οργανώσεων παροχής βοήθειας είναι και αυτές ποικίλες. Αφορούν την δικτύωση κυβερνητικών και μη οργανώσεων. Την ικανότητα να  κινούνται ευέλικτα με βάση τη μελέτη του προβλήματος, το σχεδιασμό, την ανάπτυξη εξειδικευμένων προγραμμάτων. Την ευαισθητοποίηση της ευρύτερης κοινότητας, την εκπαίδευση και αξιοποίηση του εθελοντικού δυναμικού. Τέλος την διεκδίκηση μεγαλύτερων κονδυλίων για την υλοποίηση των παραπάνω, παρόλο που η τάση είναι προς μείωσή τους.
 

RECIPROCAL BARRIERS IN ACCESS TO SERVICES
 

Homelessness, as a temporary or permanent situation, is obviously a very complicate problem and it’s difficult to figure out if homelessness comes from certain causes or from an individual or social pathology that continuously feed-back.
 

Lack of housing constitutes a potential unstable factor and almost always represents the top of a problem line related with the poverty, unemployment, health problems (mental or physical), loss of   family and social bonds, loneliness depression, drug or alcohol abuse and sometimes lead to violence and deviant behavior.


Obstacles have been raised against those who need help, during the access to social services and they concern with a delayed solution of the problem at the time the individual was perceiving the lack of housing (expulsion prevention) and effective response to his first attempts to seek help for immediate rehabilitation. Following that, the passiveness, the lack of interest and hope (for ‘investing’) for long term solutions in relation with imperative pressure of needs for survival wich demands immediate accomplishment. The involvement into help procedure with a doubtful result must de avoided.

 
The homeless himself is been self-excluded from sources of help, furthermore he rejects himself from the social web.


On the other hand, the social services organizations experience obstacles to access the target group.

 
The policy ‘that the client waits’ wich is mainly followed by social and health services, is apparently insufficient. The organizations are self-blocked from the effort to offer help to this specific social excluded group. The creation of a relationship between the social services and the user offers support and motivation to act.


Hellenic Red Cross (HRC) taking account all this issues, implements a more flexible approach in order to help more effectively this vulnerable group. Apart from the help of Social Service and street work programs HRC tries to mobilize and reunite homeless with the Social Welfare Services.


All these efforts increased the number of homeless who come to HRC. Therefore the social service through the bonds between homeless people and the volunteers - employees who participate in street work procession aim to contact homeless with Governmental Organizations and NGO’s.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



Anderson Eliah (1999) CODE OF THE STREET. DECENCY, VIOLENCE, AND MORAL LIFE THE INNER CITY.


Dr.Avramov Dragana  (1995) HOMELESSNESS IN THE EUROPEAN UNION. Fourth research report of the European observatory on homelessness. Brussels
 

Glasser Irene and Bridgman Rae(1999) BRAVING IN THE STREET. The anthropology of homelessness. Berghahn books
 

Randal, Geoffrey et all (1996) FROM STREET TO HOME. AN EVALUATION OF PHASE 2 OF THE RUGH SLEEPERS INITIATIVE. Stationary office
 

Stringer Lee (1999) GRAND CENTRAL WINTER. A story from the street. Review
 

Waltzlawick Paul   (1986) H ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ. Στοιχεία Θεραπευτικής Επικοινωνίας. Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.


Waterson, Alisse (1997) STREET LIFE. Young women write about being homeless. The Women’s press STREET ADICTS IN THE POLITICAL ECONOMY. Temple State Press.
 

HOMELESS IN EUROPE. The newsletter of FEANTSA 9/10/1997, 1/2/1998, Autumn 1999
 

INNER STRUCTURE AND THEORY OF STREET WORK / STRUCTURE OF STANDARDS AND ‘TARGET CONTRACTS’ social streetwork in Berlin. Gangway e.V.

 
THIRD INTERNATIONAL FEANTSA CONGRESS. Were to sleep tonight? – Where to live tomorrow? Orientations for future action 31/11/1995 – 2/12/1995

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου