meallamatia.blogspot.gr

meallamatia.blogspot.gr

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ: "ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΣΕ ΣΚΙΕΣ"

Του Δημητρη Δρίζου

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στις σκιές. Που κρύβονται στα πάρκα, στις πλατείες, χωρίς στέγη. Ζουν φοβισμένοι και απλά αναζητούν ένα καλύτερο αύριο. Ένας από αυτούς είναι και ο «Σάκης», Ένας οικονομικός μετανάστης που μίλησε στο FollowMe από την οικοδομή όπου μένει. Ένας άνθρωπος που επέλεξε να μιλήσει για όσα έζησε στο ταξίδι του για την Ελλάδα, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και την επιστροφή του στην οικογένεια του.

Καταρχήν να κάνω ένα μικρό εισαγωγικό σημείωμα. Ζω στο Μενίδι. Μια πόλη που βρίσκεται στην δημοσιότητα διαρκώς για αρνητικούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι οι μετανάστες της. Στην γειτονιά μου έχει μια εγκαταλελειμμένη τριώροφη πολυκατοικία, όπου ζει εδώ και 3 μήνες ο Μοχάμεντ Φαρούκ, ή… Σάκης όπως μου συστήθηκε. 'Ήταν παράνομος μετανάστης. Πλέον κρατάει ένα χαρτί στα χέρια του που πιστοποιεί την ύπαρξη του. Τον «Σάκη», 35 χρονών… ξετρύπωσε ένα βράδυ ο σκύλος μου, ο Άρης, σε μια βραδινή βόλτα. Ο Μοχάμεντ δεν θα μείνει για πολύ στην χώρα μας. Κατάφερε να εξασφαλίσει το εισιτήριο της επιστροφής για το Πακιστάν. Το πώς δεν έχει σημασία. Στο τέλος του μήνα θα φτάσει στην Λαχόρ, μια πόλη 11 εκατομμυρίων ανθρώπων, όπου τον περιμένει η γυναίκα του, Μάι, και ο γιος του, Ιζέτ, 13 ετών σήμερα.

Με υποδέχτηκε στο σπίτι του, στο υπόγειο. Σε μια γωνία έχει βάλει ένα σκισμένο στρώμα. Ολόγυρα του μόνο τούβλα, άλλα σαπισμένα και άλλα σπασμένα. Η γωνία του πεντακάθαρη. Προσπαθεί να ζήσει όσο μπορεί πιο ανθρώπινα. Κοντά του το θερμός του ενώ το στρώμα του είχε πάνω δυο ρετάλια για σεντόνια. Στον έναν τοίχο κρεμασμένα δυο αποσμητικά χώρου ενώ ένα σεντόνι από την μια άκρη στην άλλη σχημάτιζε το... σύνορο του και καθόριζε τον χώρο του.




Κάθισα εκεί περισσότερη από μισή ώρα, με τον Άρη πλάι μου, να ακούει και εκείνος την ιστορία του Μοχάμεντ. Πως ήρθε από την άλλη άκρη του κόσμου για να βρει την ελπίδα. Και για να προλάβω τους κακεντρεχείς, όχι δεν ήρθε για να μείνει εδώ. Όχι, δεν έκλεψε, ούτε ζητιάνεψε. Ήρθε εδώ για να βρει ένα καλύτερο αύριο στην Ευρώπη. Αυτή είναι η ιστορία του «Σάκη». Διάβασε την και θα καταλάβεις…

«Με λένε Μοχάμεντ Φαρούκ και είμαι 35 χρονών. Είμαι στην Ελλάδα από το 2002. Μεγάλωσα στην Λαχόρ, μια πόλη κοντά στην Ινδία Έχει τώρα 11 εκατομμύρια κόσμο, αλλά δεν χωράμε να ζήσουμε εκεί. Είμαι παντρεμένος με την Μάι, έχω έναν γιο 13 χρονών, τον Ιζέτ, και τρία αδέρφια. Οι γονείς μου ζουν και οι δυο, αλλά δεν ξέρω αν θα προλάβω να δω τον μπαμπά μου, είναι 78. Κατάφερε να σπουδάσω μηχανικός. Σαν το δικό σας Πολυτεχνείο, έχουμε και εμείς στη Λαχόρ ένα σχολείο μεγάλο.

Στο Πακιστάν φεύγουμε πολλοί. Και το κάνουμε εύκολα. Ψάχνουμε να βρούμε ένα κομμάτι ψωμί. Προσπαθούμε να ζήσουμε τους δικούς μας από μακριά. Έστω και έτσι να τους βοηθήσουμε, για να μην πεθάνουν από την πείνα. Τα σύνορα για το Ιράν είναι ανοιχτά Δεν σε ελέγχουν και περνάς εύκολα εκεί. Μετά από ταξίδι τριών ημερών έφτασα στην Τουρκία. Εκεί τα πράγματα ήταν δύσκολα. Κινδύνεψα πολλές φορές.

Δεν ήξερα την γλώσσα και οι άλλοι που ήμασταν μαζί, προσπαθούσαν να σώσουν τον εαυτό τους. Κανείς δεν κοίταγε να βοηθήσει τον άλλον. Μόνο να σώσουν τον εαυτό τους. Έκανα 5 χιλιάδες χιλιόμετρα μέχρι να φτάσω στην Ελλάδα. Αμάξια, λεωφορεία, τρένα, όπως μπορείς να φανταστείς. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος  όμως ήταν οι δουλέμποροι.

Μας είχαν κλεισμένους σε ένα σπίτι για 3 ημέρες. Χωρίς νερό, χωρίς φαγητό. Πλήρωσα 5 χιλιάδες δολάρια που είχαμε μαζέψει με την οικογένεια μου για να με φέρουν στην Ελλάδα. Εγώ βρήκα τον άνθρωπο που θα με έφερνε στην Ελλάδα από έναν θείο μου. Φύγαμε ξημερώματα από μια παραλία στην Τουρκία. Κοντά στο Τσεσμέ.

Ήμασταν 100 άτομα, σε μια βάρκα που χώραγαν 30. Η βάρκα είχε νερά. Νερά παντού. Νόμιζα πως δεν θα φτάναμε. Ευτυχώς όμως δεν είχε κύμα, αλλιώς θα είχαμε βουλιάξει. Μας άφησαν στην Χίο. Από εκεί ήρθα κρυφά στην Αθήνα με το πλοίο. Συνολικά έκανα μια εβδομάδα… Ήταν πολύ δύσκολα.

Έμενα στην αρχή στην Αθήνα, με άλλους Πακιστανούς. Στον Άγιο Παντελεήμονα, μέναμε περίπου 40 άτομα σε ένα σπίτι. 300 ευρώ ο καθένας πληρώναμε. Δούλευα σαν σιδεράς, μπογιατζής, έσκαβα. Ό, τι μπορούσα, όπου είχε μεροκάματο. Αλλά φίλε, ποτέ δεν ζητιάνεψα στα φανάρια.

Προσπάθησα να ζήσω με αξιοπρέπεια. Δεν έκλεψα ποτέ. Μάζευα όσα χρήματα μπορούσα και τα έστελνα στο Πακιστάν. Καταφέραμε να χτίσουμε δυο δωμάτια και τώρα μένει η οικογένεια μου. Ούτε σπίτι, ούτε τίποτα. Δυο δωμάτια για να κοιμόμαστε».

Η καθημερινότητα του είχε κρυφτό. Πολύ κρυφτό επειδή απλά ήταν ξένος. Ο «Σάκης», συνέχισε:

«Πολλές φορές κρυβόμουν. Με είχαν κυνηγήσει άνθρωποι εδώ. Με έβριζαν επειδή είμαι ξένος. Τα βράδια δεν έβγαινα από το σπίτι γιατί φοβόμουν. Πολλά παιδιά είχαν έρθει χτυπημένα. Εγώ είχα γλυτώσει πολλές φορές. Αλλά με έβριζαν και με κυνηγούσαν. Αλλά δεν φοβάμαι τόσο πια. Τι να φοβηθώ πια φίλε. Μένω εδώ σε μια οικοδομή. Ο ουρανός είναι το ταβάνι μου.

Φοβάμαι για την οικογένεια μου που είναι μόνη της και εγώ μακριά. Τι να φοβηθώ; Ευτυχώς δεν με χτύπησαν πολύ. Άλλους φίλους μου τους είχαν χτυπήσει πάρα πολύ. Είναι καλά ευτυχώς. Είχα την επιλογή να πεθάνω στο Πακιστάν από την πείνα ή να φτάσω εδώ. Πολύ δύσκολα φίλε. Δεν υπήρχε φαγητό. Δεν τρώγαμε εμείς, για να φάει το μωρό. Όταν έφυγα ο γιος μου ήταν 4 μηνών. Η γυναίκα μου 16 χρονών. Αποφασίσαμε με την οικογένεια μου να φύγω εγώ, γιατί ήμουν ο μεγαλύτερος. Και αν τα κατάφερνα, θα γύρναγα. Μιλάω μαζί τους μια φορά την εβδομάδα. Κατεβαίνω στο Κέντρο και εκεί βρίσκω άλλους Πακιστανούς και μιλάμε. Μου λείπει η οικογένεια μου…

Ήθελα να πάω στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Εκεί έχει πολλούς Πακιστανούς και θα μπορούσα να βρω δουλειά. Αλλά έμεινα εδώ γιατί δεν είχα χαρτιά, δεν είχα άλλα χρήματα. Ευτυχώς τότε βρήκα μια δουλειά σε ένα σιδεράδικο. Δεν την ήξερα την δουλειά αλλά την έμαθα. Από το 2010 ζω σε οικοδομές γιατί δεν είχα χρήματα να μείνω σε σπίτι με άλλους Πακιστανούς. Δεν βρίσκω μεροκάματο, το πολύ ένα την εβδομάδα, 20-25 ευρώ. Όμως μέσα στον μήνα μπορεί και να φύγω. Θα γυρίσω στο παιδί μου.

Ευτυχώς με βοηθάνε οι άνθρωποι εδώ στην γειτονιά. Ξέρεις, είναι καλοί άνθρωποι οι Έλληνες. Τους αγαπάω πολύ. Δεν με ενοχλεί που με κυνηγούσαν. Παντού υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι. Και εμείς οι Πακιστανοί είμαστε έτσι. Καλοί και κακοί. Ίσως αν ο ένας άκουγε τον άλλον, να ήταν διαφορετικά φίλε. Αλλά εσείς οι Έλληνες, είστε πολύ καλοί άνθρωποι. Τα πράγματα άλλαξαν πολύ τον τελευταίο χρόνο εδώ. Στο Αλλοδαπών έχουν αλλάξει πολλά πράγματα φίλε μου. Παλιά δεν μας βοηθούσαν να φύγουμε. Τώρα μας δίνουν βοήθεια.. Αλλά αργούν πολύ στα χαρτιά και στην απέλαση. Εγώ βρήκα τρόπο να γυρίσω, έχω ένα χαρτί που γράφει το όνομα μου. Άλλοι δεν θα βρουν και θέλουν να γυρίσουν, αλλά φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια. Ζουν χωρίς ταυτότητα, χωρίς όνομα».

Τον ρώτησα αν ξέρει για τα ναυάγια στην Μεσόγειο. Όπου χάνουν αρκετοί μετανάστες την ζωή τους, στην προσπάθεια τους να φτάσουν στην Ευρώπη: «Φυσικά και ξέρω. Έχω φίλους που χάθηκαν. Κάθε μέρα πολλοί πνίγονται αλλά δεν τα λένε στις ειδήσεις αν δεν είναι 500-600. Είναι ο ένας πάνω στον άλλον, σε μικρές βαρκούλες. Πώς να τα καταφέρουν; Ξέρεις, ψάχνουν όλοι ένα καλύτερο αύριο. Εγώ ήμουν τυχερός. Ευτυχώς τώρα το καταλαβαίνω. Μου είπαν πως πνίγηκαν πριν λίγες μέρες 1000 άτομα. Πως πνίγηκαν; Τους κλειδώνουν για να μην κάνουν φασαρία επειδή πεινάνε. Δεν τα καταφέρνουν φίλε όλοι. Και είναι κρίμα επειδή είναι πολλά παιδιά μαζί τους, στην ηλικία του γιου μου».

Τελειώνοντας την όμορφη κουβέντα μας (νυχτερινή κιόλας), ο Μοχάμεντ μου εξομολογήθηκε γιατί αποφάσισε να επιστρέψει στο Πακιστάν, δεκατρία χρόνια μετά την δική του Οδύσσεια: «Το βράδυ όταν ξαπλώνω σκέφτομαι τον γιο μου. Αν θα με θυμάται. Μου λείπει πολύ φίλε το παιδί μου. Φεύγω γιατί μου λείπει η οικογένεια μου. Δεν κατάφερα να μαζέψω πολλά λεφτά. Αλλά γυρνάω πίσω σπίτι ζωντανός, να δω ξανά τους δικούς μου και το παιδί μου. Η πατρίδα μου δεν έχει αλλάξει και το ξέρω. Πολλοί συμπατριώτες μου δεν γυρνάνε ζωντανοί. Αλλά εκεί είναι η οικογένεια μου και θέλω να τους δω ξανά. Αυτό με κράταγε τόσα χρόνια. Γυρίζω με άδειες τσέπες αλλά ζωντανός…».

Αυτή είναι η ιστορία του Μοχάμεντ. Ενός παράνομου μετανάστη που έφτασε στην χώρα μας για ένα καλύτερο αύριο. Ο «Σάκης» ζει στην γωνία του σπιτιού μου. Ζει στην γωνία του δικού σου σπιτιού. Ζει στις πλατείες. Δεν θέλει ελεημοσύνη. Να βρει ένα χαμόγελο θέλει, μια ελπίδα για ένα αύριο. Δύσκολο, αλλά ελπίζει, από την οικοδομή του, με τον ουρανό για ταβάνι.

Καληνύχτα «Σάκη». Αυτός ο κόσμος ίσως αλλάξει σύντομα…

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου